Το θέατρο τεκμηρίωσης χρησιμοποιεί αυθεντικό, αρχειακό υλικό από ρεπορτάζ, ηχογραφήσεις, επιστολογραφία, στατιστικές, εκθέσεις, διοικητικά έγγραφα, ομιλίες, συνεντεύξεις, εφημερίδες, δελτία ειδήσεων, φωτογραφίες, οπτικοακουστικό υλικό και άλλα σύγχρονα τεκμήρια, για τη δημιουργία μιας θεατρικής παράστασης. Το είδος αυτό συχνά εστιάζει στην παρουσίαση πραγματικών γεγονότων, ιστορικών επεισοδίων ή κοινωνικών ζητημάτων της επικαιρότητας με στόχο την ενημέρωση, την αναδιαπραγμάτευση της αλήθειας, την αφύπνιση της συνείδησης του κοινού και πολλές φορές την κοινωνικο-πολιτική μετατόπισή του.
Την έννοια της «τεκμηρίωσης» πρωτοαξιοποίησε συστηματικά στο θέατρο ο Erwin Piscator [Έρβιν Πισκάτορ], ο οποίος συνέθεσε την παράσταση Παραταύτα [Trotz alledem, 1925] εξ ολοκλήρου από ιστορικές πηγές, επιστημονικά τεκμήρια, δημοσιογραφικά άρθρα, αποκόμματα από εφημερίδες, φωτογραφίες και φιλμ. Κατά τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του, το θέατρο τεκμηρίωσης είχε ως στόχο να αποτελέσει τον αντίπαλο πόλο της επίσημης ιστοριογραφίας και δημοσιογραφίας που, κατά τη γνώμη των δημιουργών του, παρουσίαζαν μόνο την πλευρά των ισχυρών.
Ο όρος θέατρο τεκμηρίωσης καθιερώνεται στη Γερμανία της δεκαετίας του '60, με δραματουργούς όπως ο Heinar Kipphardt [Χάιναρ Κίπαρντ], ο Rolf Hochhuth [Ρολφ Χόχουτ] και ο Peter Weiss [Πέτερ Βάις]. Οι δημιουργοί αυτοί βάσισαν τα έργα τους πάνω σε αληθινές μαρτυρίες, δικογραφίες, αναφορές και πρακτικά ανακρίσεων, με στόχο την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας απέναντι στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα της εποχής που θεωρούσαν ότι συγκάλυπτε τους ενόχους και αποτύγχανε να αποδώσει κοινωνική δικαιοσύνη. Σύμφωνα με τον Weiss μάλιστα, το θέατρο τεκμηρίωσης αποτελεί εναλλακτικό μέσο ενημέρωσης, το οποίο λειτουργεί ως αντιστάθμισμα στην παραπληροφόρηση των επίσημων Μ.Μ.Ε.
Το είδος, που τείνει να επανεμφανίζεται σε περιόδους κρίσης, γνωρίζει σημαντική αναβίωση παγκοσμίως από τη δεκαετία του '90 και εξής. Ωστόσο, το σύγχρονο θέατρο τεκμηρίωσης, επηρεασμένο από το ρεύμα του μεταμοντερνισμού, έχει αλλάξει προσανατολισμό. Πολιτικό με μια διευρυμένη έννοια, εξακολουθεί να χρησιμοποιεί αρχειακό υλικό, δίνει χώρο και φωνή στις κοινωνικές ομάδες που υποεκπροσωπούνται αλλά δεν παρουσιάζει πλέον μία θέση ως τη μοναδική αλήθεια. Τουναντίον, στοχεύει στη διαλεκτική αντιπαράθεση πολλών και διαφορετικών φωνών, απόψεων και ιδεολογιών ώστε να αναδείξει την περιπλοκότητα της πραγματικότητας και όχι μια μονοδιάστατη αλήθεια. Ως εκ τούτου, βασικό χαρακτηριστικό του είδους θεωρείται η αρχική φάση της έρευνας, στη διάρκεια της οποίας, και ανάλογα με το θέμα, οι συντελεστές της παράστασης αναζητούν και συλλέγουν αξιόπιστα τεκμήρια και μαρτυρίες. Το τελικό σκηνικό αποτέλεσμα συνδυάζει με ποικίλους τρόπους την πληροφόρηση με την αισθητική. Σε πολλές σύγχρονες παραστάσεις τεκμηρίωσης συμμετέχουν πραγματικοί μάρτυρες που δεν είναι επαγγελματίες ηθοποιοί, αλλά χαρακτηρίζονται «ειδικοί», με συνέπεια να ενισχύεται για το κοινό η αίσθηση της αυθεντικότητας.
Ενδεικτικά, στους σύγχρονους εκπροσώπους του θεάτρου τεκμηρίωσης συγκαταλέγονται ομάδες και καλλιτέχνες, όπως οι Tectonic Theater Project, η Anna Deavere Smith [Άννα Ντιβέρ Σμιθ], η Tricycle Theatre Company, οι Rimini Protokoll [Ρίμινι Προτοκόλ], ο Milo Rau [Μίλο Ράου] και το δίδυμο Ανέστης Αζάς - Πρόδρομος Τσινικόρης.
Υποκατηγορία αλλά και τεχνική του θεάτρου τεκμηρίωσης, η οποία αξιοποιεί ως πρώτη ύλη τις προφορικές μαρτυρίες πραγματικών ανθρώπων, ακριβώς όπως αυτές καταγράφονται σε συνεντεύξεις που διεξάγονται από τους συντελεστές μιας παράστασης (συγγραφέα, δραματουργό, ηθοποιούς) με επίκεντρο ένα συγκεκριμένο θέμα ή γεγονός αποτελεί το αυτολεξεί θέατρο.